Μια πρώτη περιγραφή της μεθόδου

 

Στο παραδοσιακό πλαίσιο το μάθημα στην τάξη αποτελεί μια διαδικασία αναπαραγωγής συγκεκριμένων διδακτικών αντικειμένων και πρόσκτησής τους μέσα από μια ορθολογική, σειριακά οργανωμένη διαδικασία, χωρίς δυνατότητες κριτικού στοχασμού, πειραματισμού, διερεύνησης και αμφισβήτησης. Η προσέγγιση αυτή υιοθετεί τις εξής παραδοχές:

  • Η γνώση η οποία «αναμεταδίδεται» βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το επαγγελματικό μέλλον του μαθητή ή θα το βοηθήσει να ενταχθεί αυτόνομα στην κοινωνική πραγματικότητα του μέλλοντος.
  • Ο μαθητής είναι σε θέση να αναγνωρίσει πότε και με ποιο τρόπο θα μπορέσει να εφαρμόσει τις γνώσεις που έχει αποκτήσει για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που πιθανόν να συναντήσει
  • Η εφαρμογή της γνώσης είναι μια απλή διαδικασία μεταφοράς, η απόκτηση της γνώσης είναι το πρόβλημα
  • Το κοινωνικό πλαίσιο κάτω από το οποίο διεξάγεται η διαδικασία απόκτησης της γνώσης έχει ελάχιστη σημασία.

Στην πραγματικότητα όμως, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος στην καθημερινή ζωή δεν είναι δομημένα και συνήθως δεν υπάρχει μία οδός προς τη λύση αλλά πλήθος εναλλακτικών διόδων και λύσεων. Η προβληματοκεντρική μάθηση και διδασκαλία, ως εναλλακτικό μοντέλο μάθησης, ξεκινάει από την παραδοχή ότι εξίσου σημαντικές, αν όχι σημαντικότερες, με τις γνώσεις που αποκτά ο μαθητής στο σχολείο, είναι οι δεξιότητες που αποκτά στις διαδικασίες εκμάθησης των διδακτικών αντικειμένων και η εφαρμογή της γνώσης για την επίλυση προβληματικών καταστάσεων της καθημερινότητας.

Η μέθοδος πρωτοεμφανίστηκε στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου McMasters στον Καναδά στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ’70 και υιοθετήθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε πολλά ιδρύματα των ΗΠΑ. Στο πλαίσιο του προβληματισμού που υπάρχει τα τελευταία χρόνια σχετικά με το κατά πόσο το σημερινό σχολείο ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της μετανεωτερικής κοινωνίας αρθρώνονται φωνές υπέρ της υιοθέτησης της μεθόδου στα σχολεία.

Γενικά η προβληματοκεντρική μάθηση υιοθετεί τη θεώρηση ότι η μάθηση οφείλει να εμπλέκει ταυτοχρόνως τη γνώση και την εφαρμογή της γνώσης σε αυθεντικές καταστάσεις. Η γνώση και η ικανότητα χρήσης και εφαρμογής της, αποτελούν συστατικά της μαθησιακής διαδικασίας που έχουν τον ίδιο βαθμό σημαντικότητας.

Οι Kumar & Natarajan (2007) επιχειρώντας μια ανασκόπηση των πολλαπλών ορισμών της μεθόδου καταγράφουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά των επί μέρους ερευνητών:

  • Η προβληματοκεντρική μάθηση ξεκινάει με ένα πρόβλημα ή ένα ερώτημα προς απάντηση
  • Ο χειρισμός του προβλήματος απαιτεί την αξιοποίηση πολλαπλών πηγών και την ενσωμάτωση πολλών διαφορετικών προσεγγίσεων
  • Η προβληματοκεντρική μάθηση είναι μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων, όπου οι μαθητές εργάζονται σε ομαδοσυνεργατικά πλαίσια και όπου η κοινωνική διαπραγμάτευση νοήματος είναι προαπαιτούμενο χαρακτηριστικό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσπάθειας επίλυσης του προβλήματος.
  • Οι μαθητές καλούνται να σκεφτούν κριτικά και δημιουργικά
  • Η όλη διαδικασία απαιτεί αναστοχασμό, μια σημαντική μεταγνωστική παράμετρος της μεθόδου
  • Απαιτείται αλλαγή στο ρόλο των εκπαιδευτικών, οι οποίοι αναλαμβάνουν ρόλο γνωστικού “εκγυμναστή”, ατόμων δηλαδή που καθοδηγούν, διευκολύνουν, παρακινούν και υποστηρίζουν την μαθησιακή διαδικασία.
Εικονίδιο ηΔραστηριότητας Στοχασμός

Πιστεύετε ότι το σημερινό σχολείο, πρέπει να απεμπλακεί από το γνωσιο-κεντρικό του χαρακτήρα; Ποιο το τίμημα που πρέπει να πληρώσει και τι αλλαγές χρειάζονται να γίνουν σε επίπεδο δομής, οργάνωσης και παιδαγωγικού σχεδιασμού;