ΤΠΕ και Θεωρίες Μάθησης

Ανεξαρτήτως από το εάν είμαστε ενθουσιώδης υποστηρικτές της ένταξης των Τ.Π.Ε. στην καθημερινή διδακτική πράξη ή εάν έχουμε τις επιφυλάξεις μας σχετικά με το εάν τα εργαλεία αυτά μπορούν να συνεισφέρουν στην αναβάθμιση της ποιότητας μάθησης, είναι γεγονός ότι τα μηνύματα των καιρών πρέπει να ληφθούν υπόψη και να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος. Η δυνατότητα των πληροφορικών συστημάτων να επηρεάσουν τις μαθησιακές διαδικασίες δεν είναι αυτονόητες, ούτε και εξασφαλίζονται per se. Προκύπτουν μέσα από τον προβληματισμό και την υιοθέτηση αλλαγών τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο.

Μια θεωρία μάθησης στηρίζεται σε εμπειρικά και πειραματικά δεδομένα για να καταγράψει ή να προσδιορίσει το «πώς» και προχωρεί σε παραδοχές και υποθέσεις για να ερμηνεύσει το «γιατί».

Κάθε επιστημονική θεωρία έλκει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τα ερευνητικά της αντικείμενα από μια επιστημολογική προσέγγιση, ή για να το πούμε διαφορετικά, στο παρασκήνιο πάντα υπάρχει μια φιλοσοφία που καθοδηγεί τον επιστήμονα και τον προσανατολίζει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Οι αντιλήψεις του εκπαιδευτικού για το πώς μαθαίνει ο άνθρωπος, καθορίζει τις διδακτικές δραστηριότητες καθώς και την διαδοχή που αυτές θα έχουν στα πλαίσια μιας μαθητικής ενότητας, ενός βραχύχρονου προγράμματος ή ακόμη και ενός ολοκληρωμένου αναλυτικού προγράμματος, την αρχιτεκτονική δηλαδή της διδασκαλίας. Επιπλέον, και ίσως πιο σημαντικό, καθορίζει και ποια θα είναι τα περιεχόμενα ενός αναλυτικού προγράμματος σπουδών. Διαφορετικές θεωρήσεις οδηγούν στην ανάληψη διαφορετικών πρακτικών χρήσης των πολιτισμικών εργαλείων.